αὐλαία

αὐλαία, , ([etym.] αὐλή)
A curtain, Hyp.Fr.139, Thphr.Char.5.9, Men.834, Michel832.26 (Samos, iv B. C.), Plu.Alex.49; esp. in the theatre, Men.l.c.; hunting-net, Plu.Alex.40: in pl., screens to protect a wall against missiles, Ph.Bel.95.34.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐλαία — αὐλαίᾱ , αὔλειος of fem nom/voc/acc dual αὐλαίᾱ , αὔλειος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱ , αὐλαία curtain fem nom/voc/acc dual αὐλαίᾱ , αὐλαία curtain fem nom/voc sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱ , αὐλαῖος doorkeeper fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλαίᾳ — αὐλαίᾱͅ , αὔλειος of fem dat sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱͅ , αὐλαία curtain fem dat sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱͅ , αὐλαῖος doorkeeper fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλαία — Στο θέατρο, παραπέτασμα που χωρίζει την αίθουσα από τη σκηνή. Τοποθετημένη αμέσως μετά το πλαίσιο της σκηνής, είναι φτιαγμένη κατά κανόνα από βελούδο, με μια πλατιά κροσσωτή ταινία στο κάτω μέρος· κάποτε είναι διακοσμημένη στο επάνω μέρος με ένα… …   Dictionary of Greek

  • αυλαία — [авлэа] ουσ. в. театральный занавес …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αυλαία — η παραπέτασμα που χωρίζει τη σκηνή του θεάτρου από το προορισμένο για τους θεατές τμήμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὔλαια — αὔλειος of neut nom/voc/acc pl αὐλαῖος doorkeeper neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλαίας — αὐλαίᾱς , αὔλειος of fem acc pl αὐλαίᾱς , αὔλειος of fem gen sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱς , αὐλαία curtain fem acc pl αὐλαίᾱς , αὐλαία curtain fem gen sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱς , αὐλαῖος doorkeeper fem acc pl αὐλαίᾱς , αὐλαῖος… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλαίαν — αὐλαίᾱν , αὔλειος of fem acc sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱν , αὐλαία curtain fem acc sg (attic doric aeolic) αὐλαίᾱν , αὐλαῖος doorkeeper fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλαιῶν — αὐλαία curtain fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταπεταννύω — (Α καταπετάννυμι και καταπεταννύω) αφήνω κάτι να πέσει, να απλωθεί από πάνω προς τα κάτω, να απλωθεί πάνω σε κάτι, ξεδιπλώνω, ανοίγω πάνω σε κάτι (α. «κατὰ λῑτα πετάσσας» αφού άπλωσε από πάνω ένα λινό πανί, Ομ. Ιλ. β. «κατὰ μὲν ἱστία πετάσατε»… …   Dictionary of Greek

  • Кавадиа, Тассо — Тассо Кавадиа Тассо Кавадиа (греч. Τασσώ Καββαδία) (10 января 1921 года, Патри  18 декабря 2010 года, Афины)  греческая актриса театра и кино …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.